ανακατεύθυνση

ναυαγήσαμε στο σμήνος τρελών ανθρώπων

23.2.13




και χάζευε τα χάρτινα πουλιά πέρα στη στεριά,
το απέραντο γαλάζιο να εσωκλειει κομμάτια γης
σαν μια τόσο δα μικρή ύπαρξη που ήταν,χάζευε
την αθωότητα να επιπλέει σε αφρισμένα μαξιλάρια αλμύρας.
κι ο αέρας απλωνόταν πάνω στο άσπρο του μπλουζάκι,
και έμοιαζε ,θαρρείς σαν να αποχαιρετούσε 
-έτσι που κάλπαζε πάνω στο μικρό του σώμα-
το παιδί που κάποτε υπήρξε.
σαν να κρυφοκοίταζε για στερνή φορά,έμοιαζε,
την αγνότητα που τον χαρακτήριζε να φλερτάρει με φτερά γλάρων ..
και αποτραβώντας ύστερα το βλέμμα του από τα δυο πελώρια μάτια
με κοίταξε καμαρωτός και έφυγε ,κατεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά..
είχε ήδη αρχίσει να βιάζεται να μεγαλώσει 

17.1.13

η επιστροφή




Κάποιοι έφυγαν .Κάποιοι έμειναν μονάχοι.
αντίκρυ τους είχαν ριζωμένο τον ήλιο.
να δύει, να ανατέλλει,
να σκορπά τον ίκτερο στα πρόσωπα τους.
ξύλινες ιδιοτροπίες 
χωμένες καλά 
σε μια άχρονη καθημερινότητα.
παρέμειναν αυτοί 
εκεί
υπερήφανοι.
παρέα με καπνό,άγχος,κουτιά γεμάτα καφεΐνη,αναστάτωση,απορία,χάος.
τις νύχτες άναβαν κεριά γιατί φεγγάρι δεν υπήρχε.
ρουφούσαν κονιάκ.
μια στάλα στον ουρανίσκο τους,γιατί κάτι έλειπε.
και η πρωινή δροσιά,
η ομίχλη της νοτισμένης νύχτας που ξεχάστηκε καθώς οι πρώτες ηλιαχτίδες ξεπρόβαλαν,
τους έβρισκε να αιωρούνται
σαν βομβίνοι,
να λεκιάζονται από την γύρη
των λουλουδιών στο βάζο.
ίσως άλλοτε να ρουφούσαν το νέκταρ
ίσως απλά να τα κοίταζαν,περιμένοντας.
Την επιστροφή.
Την συντροφιά.
τα χαμόγελα της ζεστασίας.
τον γυρισμό της απουσίας τους.
Τους άλλους περιμένοντας..

γιατί κανείς δεν έφυγε για να μην γυρίσει..


17.11.12

Δεκανίκια, ξύλινα

Έχω χάσει τις σκιές μου,σου λέω.
Τα βήματά μου πηγάζουν από δυνάμεις ξένων.
Στηρίζομαι σε αρρενωπούς ώμους
και διασχίζω διαβάσεις,
ενώ παρατηρώ το μουσάτο τους κρανίο
να τρίβεται, 
με χάρη έμπειρη, 
στο λαιμό μου.
Τους αφήνω στα πεζοδρόμια να στέκονται,
να μάχονται τους χαιρετισμούς μου.
Σκουπίζω το σώμα μου με τα ρούχα τους
και αλλάζω στενά,
στενά,στενά.
Αφοπλίζομαι με δίχτυα από σπάγκο
και διασχίζω εξέδρες θεάτρων.
Ψάχνω τους χαμένους μου ήρωες,
μέσα σε καμαρίνια ψωνισμένων,
νεκρόφιλων ηθοποιών.
Αναζητούν την δόση εκείνη 
που θα με θανατώσει,
για να στήσουν την κωμωδία τους,
να διασκεδάσουν το κοινό.
Με όρια και διαγράμματα φλερτάρω,
ύστερα μου ψιθυρίζουν με πάθος 
πως είμαι αθώα,μα τρελή.
Τέτοιο ρόλο μου πρόσφεραν
και εγώ τον μετάλλαξα.
Επέφερα αλλαγή στον γενετικό του κώδικα.
Σε επανέφερα και εσένα ,
αλλά πλέον
ως έναν δειλό και αδέξιο πρωταγωνιστή της
μοίρας μου.
Με ζάλισα,για μια τελευταία φορά αλήθεια,
με ουσίες με κύριο συστατικό το σάλιο σου.
Ντύθηκα,για μια τελευταία φορά αλήθεια,
με την επιδερμίδα της έκδυσής σου.
Άλλαξα στάδιο έπειτα.
Προνύμφη-νύμφη-ακμαίο.
Βρίσκομαι στο τελευταίο.
Κατέστρεψα τα δεκανίκια.
Με εξέλιξα.

και συνεχίζω,
μέχρι εσύ με το μικρό σου δαχτυλάκι και ένα σακίδιο στραβά δεμένο
να σταματήσεις τη γελοία αυτή παράσταση μου.
και αυτή τη φορά 
τίποτα δεν θα είναι αλήθεια.

28.10.12

τζιν

στον Ν

Τι μπορεί να μας συμβεί ;

Ένας παράνομος έρωτας ξέσπασε.
αναδύθηκε στην αγκαλιά  μου,
ξαπόστασε.
Μας έκλεψε ανάσες.
Μας χαμογέλασε πικρά
και εξαφανίστηκε,γοργά.
Ύλη δεν άφησε πίσω του,
μήτε σημάδια,
μονάχα ένα φουλάρι βυσσινί
και ένα χαμένο ασημένιο σκουλαρίκι,
κάπου χάμω στη γη.


Με ένα προσωπάκι γλυκό,ολοκάθαρο,
ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου.
Πήρε τη θέση του πάνω στο κορμί μου.
Ενωθήκαμε στον ύπνο μας.
Τα άκρα μας μπλέχτηκαν,
οι βαριές ανάσες μας γέννησαν ρυθμό.
Έκανε θορύβους με τα χείλη του,
καθώς εγώ του χάιδευα,τα μάυρα του,
τα ανάκατα,
μαλλιά.
Μικρά ματάκια,
τοσοδούλικα,
είχε
και εγώ χείλια μουδιασμένα και απαλά.
Την αυγή με πέτυχε,
να σχεδιάζω λιμνούλες στα στήθη του.
Με φίλησε με ένα νεύμα του,
με έσπειρε βαθιά 
μέσα στις ρίζες του
και φύτρωσα και μέλωσα.
Αποκοιμήθηκα ,
αν και έξω ένας ήλιος,
θρασύς,
θέριζε τα παραθυρόφυλλα..
αν και αυτός με απορία κοίταζε 
τις αποχρώσεις στα κλειστά βλέφαρά μου.

γι αυτό το πρωινό που άλλο δεν θα υπάρξει,
θα γράφω για ΄σενα ,
με ένα κομμάτι πορτοκάλι στα χέρια..



13.10.12

έ(ρωτάς) ;

-Ατενίζω το σκοτάδι.
-Να σε πάω στο λιμάνι μου ;
-Γνωρίζω πως να χάνομαι και δίχως την αλμύρα σου.
-Να λιώσω για ΄σενα ;
-Έλα και πιάσε με από το λαιμό. Πνίξε με.
-Να σε χαϊδέψω θέλω.
Τη φωνή σου,
την τραχεία.
την μουλιασμένη από τα δάκρυα των ημερών. 
Με απαλές,μεθοδικές κινήσεις να σπαταλήσω τις ώρες μου,
αγγίζοντας τις υγρές χορδές σου.
Να πάλλονται αυτές,να σχηματίζουν οντότητες.
Ουρανούς να σχηματίζουν.
-Ουρανούς δεν έχω.Μονάχα θάλασσες και ηλιοκαμένες προβλήτες.
-Κατοίκησε με στο δάσος σου.Κάλυψε με, με το σώμα σου.
-Δεν έχω δάση.Τα χάρισα όλα.Τα πέταξα.
-Και από αναπνοές πως είσαι ;
-Μήτε από αυτές έχω.
Οι αναπνοές μου αδυνατούσαν να ταξιδέψουν
,ζήλευαν τη θάλασσα μου.
Τις αποχωρίστηκα λοιπόν.

Πλέον.Δεν μου ανήκει κανείς.



τρεις νύχτες

Ανοίγω τα χαρτιά μου.
Το αποφάσισα.
Γυρίζω πίσω.

Σαν σκουλήκι που το ξέρασε ο αλλοπρόσαλλος καιρός του Οκτώβρη,
σέρνομαι στους τοίχους,
πίσω από τα καρτ ποστάλ που μου χάριζες.
Αντιστρέφω τους ρόλους μας
Ο χρόνος σαν να κατρακύλησε στους δρόμους που χάραξε ο εγωισμός μας.
Δεν έχει σημασία πια.

( ''Πόσο άγρια με φίλησες!'',θα σου έλεγε ύστερα αυτή.
και εσύ αναψοκοκκινισμένος,φλύαρος,υπερήφανος για το κατόρθωμα σου,
θα ανέβαινες τις ανηφόρες-μας- χοροπηδώντας.
και θα έσταζε ένα φεγγάρι εκεί ψηλά,θηρίο παλαβό.)

Τελευταία ξυπνώ,με ένα συναίσθημα στραβό.
Εξαντλημένη σέρνομαι ως τον καθρέφτη και τσιμπώ τα μάγουλά μου.
Το πρόσωπό μου διαρκώς μεταλλάσσεται.
Είναι ώρες που νομίζω πως συνειδητά αλλάζω δέρμα.
Συνάμα και εκφράσεις και νεύματα.
Η Παρανοϊκή,εγώ.
Μου λένε πως στον ύπνο μου φωνάζω το όνομά σου.
Δεν τους πιστεύω.
Δεν γνωρίζω κανέναν με αυτό το όνομα.
Απογυμνωμένη είμαι από κάθε είδους όνειρο ή εφιάλτη,
ούτε σημάδι από την παρουσία σου τριγύρω.
Μονάχα δροσούλες ξαποσταίνουν στο μαξιλάρι μου
και χαμόγελα γκρεμισμένα,λησμονημένα.

Ξέρεις διαβήκαμε σύνορα.
Μου κρατούσες το χέρι σφιχτά λες και γνώριζες τι ήσουν ικανός να μου κάνεις.
Συρματοπλέγματα στάθηκαν εμπόδια στη φυγή μας.
Νότιες χώρες και τετράγωνα με θέα την πόλη.
Δικαιολογίες πολλές,
αμέτρητες.
Μα επιτέλους γύρισα στην πατρίδα μου και
ξέρεις
είμαι έτοιμη να σου επιστρέψω
 όλα τα ταξίδια που μου έταξες.
Δεν με φοβίζουν πια.







12.10.12

στόχος

άμα θελήσεις στόχευσε με



Και αν ποτέ σε ρωτήσουν
τι έκανα τις νύχτες ,
όταν το σώμα μου
μαζευόταν στην άκρη του κρεβατιού,
να τους πεις 
πως μετρούσα την ευτυχία μου,

με τα δάχτυλα.


30.9.12

Ferreira

Σκαθάρια και χήνες στα πόδια σου.
Μουλιασμένη η μορφή σου.

-Γλυκέ μου,μην κλείνεις πίσω σου την πόρτα. μου φώναζες.
-Καλά.Θα σου κλείνω το μάτι,το δεξί,πονηρά. ξεστόμιζα.

Συμβιβάστηκα στο τέλος.Φορούσα το παλτό μου,γέμιζα τις τσέπες μου πασατέμπος,
και ξαπόσταινα στο θερισμένο σταροχώραφο.
Κρύο δεν έκανε.Ίσως μονάχα εντός μου,ξυπόλητοι βηματισμοί,στα παγωμένα μάρμαρα με ανατρίχιαζαν.
Και εσύ δεν είχες πάψει να με ρωτάς αν κρυώνω.
Κάθε μέρα έπλεκες.
Love of my life..
Με είχε τυλίξει με τα μάλλινα δημιουργήματά σου.
Εξωτερικά ίδρωνα.
Έσταζε φαρμακερός ο ιδρώτας.
Σου άρεσε τότε εσένα,στάλα,στάλα να τον μαζεύεις,να τον ρουφάς.
Ξηροδερμία ύστερα και ένα κάρο λεφτά σε επώνυμες ενυδατικές.

Η απώλεια.
Γιατί πρέπει να μας βαραίνει τόσο ο βοριάς ;
Ερωτήματα καθοριστικά.
Φώλιαζες εσύ,όλο και πιο βαθιά.
Άνοιγες μπουκάλια πόρτο,Ferreira έλεγες.
Θέλω Ferreira.
Δεν έμαθα ποτέ ,γιατί και πως,τέτοιο κόλλημα με το συγκεκριμένο.

Every breath you take..
Εξήντα φορές το άκουσες εκείνο το βράδυ.
Και φιλοξενούσε ο ουρανός ένα φεγγάρι,πύρινο μάγμα.
-Πως συμβιώνει ο άνθρωπος με τον εγκέφαλο του; έλεγες συνέχεια.
Φλέρταρες με την λέξη διαστρέβλωση,
 και αποκοιμήθηκες,
στην νοτισμένη αγκαλιά μου,
 όντας έτοιμος να μουσκέψω το σύμπαν σου.
Άγρια νύχτα.
Άρπαζα τις φωνούλες σου.
Δυνάμεις δίχως συνισταμένη.
Κούραση και λαχτάρα.
Πεινασμένες και οι δυο.
Έγερναν βαριά τα βλέφαρα
και λαχτάρα να σε χορτάσω,με έλουζε.
Ανυπομονησία,να ενώσω τον πόθο μου,
 με το ξαπλωμένο,μοναδικά δοσμένο στον ύπνο,κορμάκι σου.

Με ξύπνησες το πρωί.
Οι ήχοι σου από την κουζίνα.
Άλλαξα πλευρό,χώνοντας τη μύτη μου,
στο μέρος σου,
στη πλευρά του σεντονιού με αποτυπωμένη,
εγκατεστημένη τη μορφή σου.
Πήρα μια γεύση από τα λησμονημένα όνειρα σου.
Με αναστάτωσες.

-Όλον τον κόσμο ή εμένα ;
στεκόσουν στο άνοιγμα της πόρτας.
Μια φέτα από το ζυμωτό προζυμένιο σου ψωμί, 
αλειμμένο με μαρμελάδα βατόμουρο ''χαιρόταν'' την παλάμη σου.
-Χαιρετώ τον υπναρά.Έφτιαξα καφέ για δυο.
Δεν περίμενες απάντηση, μήτε για την ερώτηση μήτε για την κατάφαση,
και αυτό ήταν πιο ανησυχητικό
 ακόμα και από το γεγονός
 οτι δεν έτρωγες για πρωινό
την βρώμη σου και τα συνηθισμένα σου,όπως τα έλεγες.

Τύλιξα στο λαιμό μου,
το πρώτο κασκόλ που βρέθηκε στο δρόμο μου 
και άναψα τσιγάρο,στα όρθια.
-Δεν σου πάει.
-Πρόσεχε..δεν σε συμφέρει,μικρή!
Σου άρεσε να σε φωνάζω μικρή.
Τώρα ξέρω γιατί.
Μου έβαλες καφέ,
στην κούπα σου την αγαπημένη
 και έριξες μέσα μια γεμάτη,γεμάτη κουταλιά ζάχαρη.
Έκπληκτος σε κάρφωσα με τις κόρες μου.
Σκέτο.
Εδώ και χρόνια τον πίνω σκέτο.
Από τότε που σε γνώρισα τον πίνω σκέτο,γλυκιά μου.

Ένας κόμπος στο λαιμό μου.
Με έπνιγε το παράθυρο.
Ο αγέρας κουλουριασμένος στα μαλλιά σου,τι γύρευε εκεί;
Μου άνηκες, μέχρι ώσπου...
Με έπνιγε η βροχή,
στην πόρτα μας,
στο σπίτι μας.
Τα μισάνοιχτα χείλη σου,
έτοιμα να ξεστομίσουν αλήθειες.
Με έπνιγε σταλιά,σταλιά η γύμνια σου,
εκεί ακουμπισμένη στην καρέκλα
και τα τσίγκινα κουτιά που σκίαζαν τα χέρια σου.
Με έπνιγε ,σου λέω,
η κουρτίνα που διαλέξαμε μαζί.
Και η δροσιά της αυγής.

-Μην λιώνεις πλάι στη γη,αγάπη μου..
Με έπνιξες,σαν ψιθύρισες.
Γιατί δεν ουρλιάζεις; Δεν φυσάς τις λέξεις;
Μου απαγόρευσες τις κινήσεις.
Εμφάνισες τους μώλωπες σου,σαν να καυχιόσουν για δαύτους.
Η βαρύτητα.
Το σώμα μου σαν να ακροβατούσε.
Να σε απαλλάξω ήθελα, 
και συμπυκνώθηκα.
Μιλιά δεν μου πήρες.

Εκείνος ο καφές...
καλύτερο δεν ήπια.
Ήξερες εσύ.
μικρή,
τόσο μικρή..

28.9.12

ο Χάβελ


Λένε για έναν άντρα λιπόσαρκο με μικρό κεφάλι και μακρυά χέρια,που ζούσε σε ένα σπίτι πέτρινο κοντά σε μια λίμνη έξω από ένα χωριό.
Η όπερα σαν μοτίβο ακαθόριστων σχημάτων,περίκλειε την καθημερινότητά του.Φωνές αφύσικες,ελαφρώς αλλοπρόσαλλες,θαρρείς ερχόμενες από έναν άλλον χρόνο όπου τα σπίτια είναι τεράστιες αίθουσες γεμάτες εξωτικά πουλιά με κόκκινα φουσκωμένα λαρύγγια.
Περιπλανιόταν σαν πατέρας και σαν φίλος έξω από το σπίτι του.
Προχωρούσε, κοντοστεκόταν,έκλεινε τα μάτια , αδημονούσε για κάτι.


Είχε μια τρέλα,κάτι σαν κρυφό ταρακούνημα,που γεννιόταν στα έγκατα του και βογκούσε.Το χρώμα του γκρίζο σαν χάρτινη σκιά.
Τα παιδιά άρπαζαν μανιωδώς τις στάχτες του,τις μάζευαν μια μια,τις τύλιγαν σε καθαρό κεντητό μαντήλι και μασουλώντας βρεγμένες φέτες ψωμί πασπαλισμένες με κακάο και ζάχαρη,τρεχάμενα,άπλωναν τα χέρια τους με μια κίνηση,
αίφνης ,το μαντήλι με τις στάχτες αφηνόταν στη ποδιά της μάνας τους.
Αυτές με τη σειρά τους,ύστερα από ώρες προσμονής και κούρασης,περιεργάζονταν το μαντήλι,σαν να τους φαινόταν ξένο πια,το άνοιγαν, περιπάιζαν με τα δάχτυλά τους το εσωτερικό του και έπειτα σηκώνοντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά,ξεφεύγοντας από τα στραβά βλέμματα των περαστικών,αστραπιαία το έχωναν ανάμεσα στο μπούστο τους και με στόμφο συγύριζαν τα ρούχα τους.
Η ύλη αυτή υπήρξε εκείνον τον καιρό δυσεύρετη μα πάνω από όλα μυστική.
Οι γυναίκες την έκρυβαν από τους άντρες τους και τις νύχτες ,ενώ δίπλα τα ροχαλητά και παραμιλητά δίναν και πέρναν,αυτές βγάζανε από το μπούστο τους το μαντήλι με τις στάχτες ,το σκόρπιζαν στο δέρμα τους και με απαλές κινήσεις το μετέφεραν σε σημεία ορατά και μη.Η ηδονή βουβή τις τράνταζε,τα σιδερένια ντιβάνια έτριζαν,σεντόνια έσταζαν,το πάτωμα γλιστρούσε..Ύστερα αποκαμωμένες γέρναν το κεφάλι τους στο πλάι και πέφταν σε έναν ύπνο λευκό δίχως όνειρα.

Αυτός δεν γνώριζε. Αφηγούμενος ιστορίες του παρελθόντος δεν έδινε σημασία στα σκυμμένα κεφάλια των παιδιών.
Τι τον ένοιαζε άλλωστε αυτόν;
Ανακάλυπτε  τα πλεγμένα κύτταρά του και εισχωρούσε σε κύκλους ορφανούς.
Οι γυναίκες του θύμιζαν γάλα,κορμοστασιές στα τέσσερα,λύκαινες,ερωτικές πτήσεις..
Ίσως να υποψιαζόταν τον πόθο που δημιουργούσε ,μα αδιαφορούσε για τις ξενικές φαντασιώσεις των θηλυκών.


-Και που θα με πας ;
-Σε ένα νησί,θα δεις.
-Μην βιαστείς μονάχα.Μη χάσουμε τον ήλιο.
-Δεν θα χει ήλιο εκεί,μήτε πρωινά και αυγούλες.
-Και τι θα ΄χει δηλαδή ;
-Θάλασσα παρθένα,πέτρινα σπίτια και χωριουδάκια μικρά σαν τις πατούσες σου.
Του είχε κλείσει τα δάχτυλα ανάμεσα στους μηρούς της και είχε απλώσει το κεφαλάκι της στο στήθος του.
-Γεννήθηκες νωρίς.Άργησες να γευτείς την έλλειψη.
-Τι εννοείς ;
Τα άκρα του σαν να τρεμούλιασαν. Πέτρωσαν οι εκφράσεις του.
-Φύγε μόνος σου.Δεν σπαταλιέμαι άλλο.
Έβαλε τότε αργά αργά το φόρεμα της.
Του τα πήρε όλα,έγινε με μιας ο θάνατος του,η έξοδος του.

19.9.12

θέλω πίσω τον πρώτο μου καιρό


Διάβαζες τις ιστορίες του Σέργιο,
ώρες ολόκληρες και απανωτές,
εκνευρισμένη.


Τις νύχτες έβλεπα ,
πως έπαιζα κρυφτό,
με τα στήθη σου.
Σε ένιωθα διαρκώς εξαρτημένη
και εσύ συνέχεια με έδιωχνες.
Χυνόμουν στα σπλάχνα σου,
σαν νεογέννητο ορφανό,
κουνούσα το κεφαλάκι μου,
και σε έγλυφα.
Μοιάζαμε,έτσι ενωμένοι καθώς ήμασταν,
με το σημείο εκκίνησης,
της πτήσης ενός πουλιού.
Ενός γλάρου ίσως..
Διασχίζαμε τις αποστάσεις,
σαν κύμα να ήμασταν.
Ένα μικρό,αθώο κυματάκι.
Ξαποσταίναμε στη σκάλα του σπιτιού σου,
-σέρναμε νοτιάδες-
και έξω ο ουρανός αγέλαστος,αχόρταγος,
έχασκε θολωμένος.
Δίχως σύμπαν ζούσαμε,
δίχως ραγίσματα.
και η σκόνη που ατένιζε μακριά,πέρα,
σαν Άνοιξη έμοιαζε
και ορμητικά χωνόταν σε χαμόγελα,
τριανταφυλλένια.



* ο τίτλος είναι κλεμμένος από μια φράση του Κώστα Χρηστίδη, 
από το βιβλίο του ''Κι αντί για κύματα μετράς την άμμο''

απόληξη

Ποτέ δεν θα τους ξεχάσεις.

Τα φτερά που ο ήλιος σχημάτιζε στα πόδια μας.

Οι σιωπηλές καταιγίδες 
που αισθανόμασταν,
-απευθείας να μας κυκλώνουν-,
από την στρογγυλή πλατεία.

Σαν γαλάζια σκιά
που μεθοδεύει αργά
και αφήνει πίσω της σύμβολα,θρησκείες,ταφές.

Στοχεύουν τις διαδρομές μας.

Θα ΄σαι -και θα γενείς- ο εαυτός σου,
μα αυτό δεν τους είναι ποτέ αρκετό.

και εγώ θα πρέπει να σταματήσω να ανανεώνω αυτές τις σελίδες,
σωστά;
Γιατί οι κουρτίνες στέκουν βαριές,
τα παραθυρόφυλλα αδειανά..
και το φως που προσγειώνεται στο ξύλο,
σαν μικροί απειροελάχιστοι αναστεναγμοί,
με θλίβει,
με εξουσιάζει.

Ξέρεις,το πράσινο που έχει μπλεχτεί σαν λιπόσαρκη οντότητα,
στα χάδια μας,
πόσο θάνατο μπορεί να μας προσφέρει ;

Είναι ο λαιμός σου,
αυτός ο καρτερικός συνοδός των ματιών σου,
που δεν αφήνει τη φύση σου,
δίχως αγάπη,
ιδιοκτησία,
βροχή.



14.9.12

14 εσύ

Bλέπεις,
 είναι αυτά τα ζευγάρια 
που κουβαλούν τις κούνιες ,
σαν μεταξωτές σχεδίες.
Ανά διαστήματα σταματούν να βαδίζουν
και αφουγκράζονται τον αγέρα
που χαϊδεύει τα ροδαλά τους πρόσωπα..
νοσταλγούν την αλλοτινή υγρασία
καθώς ο μικρός γουργουρίζει
και μυξοκλαίει.
Ταράζονται.
...
Είναι λοιπόν,αυτή η αφή,
προσωποποιημένη σε ένα χαμόγελο
ή σε ένα νεύμα.
Ναι αυτή είναι που τους δένει.
Και στέκεσαι,
εσύ
εκεί στις γωνίες της προβλήτας 
και τους κοιτάς..
Πώς άραγε να μπλέκονται τα άκρα τους,
τις νύχτες,
πώς να ξεμπλέκονται οι τούφες τους,
οι κοινές ;
Και οι ανάσες τους;
Σαν ανοιξιάτικες πεταλούδες μοιάζουν.
...
Μαρμάρωσες και
εσύ.
Μετράς τάχα μου,
τις ματιές,τα βλέμματα ;
βουβέ συγγενή μου..
''Πιάσαμε Θάλασσα'', σου λέω.

...

τότε θα ΄ναι που,
γλυκά γλυκά μια γυναίκα,
με στήθη ασήκωτα,
θα σκουπίσει τον ιδρώτα από το σβέρκο σου.
''θα γίνεις συγγραφέας,εσύ!'', θα σου πει.
''χτυπάς τις λέξεις,
με μια θεόρατη ζάλη.
Ο αέρας σου,
δροσιστικός και ανυπόφορος.
Μα ναι,
άμα δεν γίνεις εσύ,
τότε ποιος ;''
Τότε ποιος;

9.9.12

ατομικά σύνολα

Είναι η σκέψη μου που ποθεί τις πιο καυτές σου ανάσες.
Ίσως γιατί αυτές είναι και οι πιο μαρτυρικές.

θέλω να μου πεις γι αυτά τα μικρά μυστικά των σκιών που μονάχα εσύ γνωρίζεις

Να ξέρες πως μου λείπει ο Χειμώνας,
χωμένος μέσ'την αγκαλιά σου.
Οι τρελαμένες σου κινήσεις και οι ματιές σου οι θολές.
Τα χέρια μας,λευκά σεντόνια.
Το πουκάμισο σου,λαδί.
Σε αναζητούσα με ένα καράβι καρφωμένο στη ράχη.
Τα καραβόπανα του,ξεσχισμένα.
Οι σπόροι που μαζεύαμε κρέμονται από το λαιμό μου,γύρω,
είναι αυτοί ίσως που με σπρώχνουν στις λακκούβες της ασφάλτου.
-Ένα φεγγάρι και ένα μαυρισμένο τοίχος.
Τα φουγάρα μάθανε και κάνουνε σωστά τη δουλεία τους.
Εμείς τι περιμένουμε ;
Τι σμήνος ανθρώπων ξεχύνεται από τα παράθυρα !
Δεν μας κρατούν οι στέγες.
Τα πάρκα ερήμωσαν.
Γεμίσαμε γκρίζα άμμο και άοσμες συνήθειες.
Οι αισθήσεις μας προκαλούν την μοίρα.-
Λαχταρώ τα κομμάτια σου,
τα ανείπωτα.
Τα ακροδάχτυλα σου να πιέζουν το μήλο μου.
Με ένα φλιτζάνι βραστό νερό,
και ένα ελαφρύ πλατάγισμα,
θα σε περιμένω να ρίξεις τα βότανα.
Ας είναι,
το συκώτι μου θα το αντέξει.

ξέρεις θα περιμένω
σε αυτό το ξύλινο τραπέζι,
φορώντας τη μάσκα
 της γυναίκας που ερωτεύτηκες.


29.8.12

οι σύντομες ιστορίες των αριθμών

Μαζεύει δυόσμο,θυμάρι και ρίγανη και όλα φρέσκα.
φρεσκότατα.

''Μην μου φύγεις'',της λέει.
''Θα μου λείψουν τα πρωινά γουργουρητά σου.''
και αυτή κουνώντας την ουρά της -ή ίσως τον καλά κρυμμένο της κώλο-,
παραβίασε την εξώπορτα,ανέβηκε τα οκτώ σκαλιά που οδηγούν στην ταράτσα,έβγαλε την ζώνη της,τελετουργικά, - ο γείτονας από την τζαμαρία απέναντι γούρλωσε τα μάτια και χάιδεψε την φαλάκρα του- , καθώς αυτή με ένα σάλτο κρεμάστηκε από τον ηλιακό,εκείνο δίπλα στα φωτοβολταϊκά ή όπως λέγονται τέλος πάντων..
Ο άλλος -ο από κάτω- καθάριζε με ξύδι τα άλατα της καφετιέρας του, βλαστημώντας που για ακόμη μια φορά αυτή η Σκύλα -με Σ κεφαλαίο-,του τελείωσε τον γιακομπς φουντούκι και δεν του το είπε και αυτός τώρα θα πρέπει -αναγκαστικά,γιατί άλλον καφέ δεν πίνει- να μείνει κοιμισμένος ολόκληρη μέρα ή ίσως και για την υπόλοιπη ζωή του.
Ο άγνωστος γείτονας φορούσε δερμάτινο λουρί στον λαιμό και με το σκληρό του πέος -από το παραπάνω γεγονός του ξεδιπλώματος της ζώνης στο φόντο των κεραιών - ,μάλλον καθάριζε πατάτες και καρότα.κόχλαζε ο ζωμός του αρνιού.σούπα θα έτρωγε και σήμερα και ας έξω ήταν 40 οι βαθμοί Κελσίου
''Το επόμενο τετραήμερο, τα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες πρέπει να προσέξουν πολύ στις μετακινήσεις τους και ειδικά τις ώρες που θα είναι εκτός σπιτιού. Για εκείνους που θα μείνουν σπίτι οι γιατροί συνιστούν, να πίνουν πολύ νερό και να τρώνε ελαφριά. ''
Μας τα έπρηξαν και αυτοί,οι Μαλάκες -με Μ κεφαλαίο-.
Αυτός ήξερε.
Δυο άντρες,αποβράσματα,
μισογύνης ο ένας,ανέραστος ο άλλος.
και αυτή η Σκύλα του άφησε και τους δυο.
Δράματα.


θα αργήσει ο λόγος μου να κάψει το χαρτί,
η μελάνι να κυλήσει στο στήθος σου.

Φοράς άσπρο μπλουζάκι με κόκκινη στάμπα και ξερά φύλλα είναι μπλεγμένα στα μαλλιά σου.
Δεν στο λέω,με ερεθίζεις έτσι ακριβώς.
Εσύ πολυλογείς. ''Η ζωή είναι αλλού '',μου λες..
και εγώ φωτίζομαι,μετράω ως το τρία,σε σκουντάω,σε ξαπλώνω κάτω -είσαι τόσο αδύναμος,τρομαχτικά αδύναμος μωρό μου- , θέλω να σε γαμήσω ή να με γαμήσεις εσύ, ή τέλος πάντων να αλληλογαμηθούμε.
''Τρελάθηκες;!'',φωνάζεις.
''Διαβάζεις Κούντερα!'',σου λέω και τσιρίζω.
''Είναι τρελή'',μουρμουρίζεις,αλλά νομίζω πως δεν απευθύνεσαι στο πρόσωπό μου,γιατί εγώ είμαι πολύ ήσυχη και συνεσταλμένη κοπελίτσα και όλοι το γνωρίζουν αυτό.
Έπεσαν και τα φύλλα από τα μαλλιά σου και δεν δείχνεις όμορφος πια.άρπαξε η γη την γοητεία σου.σε σιχάθηκα και εγώ.
ήρθε ο καιρός να φύγω.

4.8.12

πομπή

Και θα γυρίσει και θα με δει να στέκομαι στο ημίφως,
με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα
και μάτια στυλωμένα στην γκαζιέρα.
Απελευθερωμένη θα με δει,
αποδεσμευμένη από κάθε τι που τον θυμίζει.
Θα αισθανθεί ένοχος,
ολότελα κουρασμένος,
χυδαίος.
Και εγώ θα σβήσω τη φωτιά,
με μια αέρινη κίνηση,
θα ξαποστάσω σιμά του,
θα κουλουριάσω το μαυρισμένο σώμα μου.
Το κρανίο μου τώρα φαντάζει ξεχαρβαλωμένο,
σαν την κιθάρα στη ζωγραφιά που στέκει κρεμασμένη.
Χουφτώνει τις πατούσες μου,
θαρρείς και τις ζυγίζει.
Τα στόματα μας στεγνά,
τα χείλη μας πικρά.
Ίσως και οι δυο πρωτύτερα να καπνίζαμε,μονάχοι.
Άλλωστε ο καπνός δεν μας ένωσε ποτέ,
μονάχα η ανάσα μας,
μαρτυρούσε την άσχημη αυτή συνήθειά μας.
Μαβιά τα χρώματα του ουρανού,
κάτι πουλιά κράζουν πέρα
΄΄Κουράστηκα να φεύγεις΄΄,λέω
Η πόρτα κλείνει.
Ίσως δεν ακούστηκα στην όλη βουβαμάρα.
Και κοίταξα στο δρόμο,
κάτι να ιδώ.
Μα είχε σκοτάδι ,μουντό,
αποπνικτικό
και ήταν καιρός πια
που ΄χαν πάψει τα μάτια του να γυαλίζουν.

1.8.12

ο δρόμος είναι η χαρά της

Τι είναι αλήθεια αυτό το παραλήρημα,αυτή η τρέλα που με κυνηγάει σαν πουτάνα ;
'Έτρεξα,να διασχίσω θάλασσες,ήμερες
και ράγες που οδηγούσαν σε πέτρινα καταφύγια.
Σαν κυνηγημένη έτρεξα
να προφτάσω κρυφές επιθυμίες.
Γελάστηκα,
ξενυχτισμένη από ανθρώπινα φουγάρα,
μουδιασμένη ακόμα από τον έρωτα του,
πίστεψα σε ένα άυλο ταξίδι.
Σε βράχους,άδοξα τοποθετημένα στις ακτές,
μουρμούριζα στίχους
και η φωνή μου,σαν να χανόταν,
παραδινόταν στους αφρούς,στην αλμύρα.
Οι δυο ξεχασμένες από τα παλιά 
και εγώ
να μαζεύω καρπούς από Βυζαντινά μονοπάτια.
Οι ημέρες γλεντούσαν,
εγώ βράχνιαζα.

Τον θυμήθηκα λιγάκι,
τόσο δα
και δάκρυσα.
Ο αέρας ήταν..
Ψέμματα.
Ξεγελώ εύκολα εαυτό και αντίπαλο,
εκτός από ΄σένα.
Ναι 
ίσως γιατί,
κανείς άλλος ποτέ,
δεν θα μπορέσει να με κάνει όσο Γυναίκα με κάνεις εσύ.

11.6.12

σφυρίζεις και εσύ μασουλώντας ροδάκινα

Δεν έχει όριο η συνήθεια,
σε καταβροχθίζει.
Λίγο χώμα δώσε μου
μια σπιθαμή γη,
δυο τρία γράμματα πουλάω.
Άφησε με.
δεν εξαγοράζομαι.

Μ' αρέσει να σε παίρνω στο στόμα,της είπε
να σε ξεφλουδίζω.
Σαν τα δάχτυλα που απλώνονται και ζητούν εξηγήσεις.
Με φιλάς και διχάζομαι.
Είμαστε δυο σώματα παραχωμένα στα δροσερά σεντόνια ενός ξένου δωματίου.
Γέρνεις και με κοιτάς,
μοιρολατρικά.
Είναι η σιωπή που μοιραζόμαστε
και ο έρωτας αυτός που αντί να μας κάνει κομμάτια,
μας πλάθει -κάθε μέρα και αλλιώς-,
κομμάτια πηλού είμαστε στα χέρια του.
Είναι ο αέρας που σου δίνει αυτή την όψη της γυναίκας τελικά.

Ξορκίζω τον ήλιο.
Με φοβίζει η λατρεία που του δείχνουν.
Ότι άπιαστο,φαντάζει αληθινό και στο τέλος μας καίει.
Μας τσουρουφλίζει,θα έλεγα.

και εκείνος ο μικρός,ψηλώνει.
Απλώνεται και ξαποσταίνει,με κοντό παντελονάκι και μαυρισμένο πρόσωπο.
''Δεν την θέλω την θάλασσα φέτος.'',μου είπε.
''και τι θες δηλαδή;''
''Να τρέχω στους δρόμους με την παρέα! Την βαρέθηκα σου λέω την θάλασσα.''
''με τρομάζεις ...''
''Και μένα με τρομάζω, μεγαλώνω..''
Τον πήρα στην πλάτη μου ύστερα και ανεβήκαμε τα σκαλιά,
κοντέψαμε να κατουρηθούμε απ΄τα γέλια..


28.5.12

εκτεθειμένες επιφάνειες

Είναι που με έμαθες να υπομένω

Σε δάγκωσα στον λαιμό καθώς ο ουρανός κοβόταν στα δυο.

Δεν έμεινε κανείς να χαίρεται τις στερνές σου σκέψεις,
πριν σε αντικρίσει να χαϊδεύεσαι γονατιστός στο υγρό έδαφος.
Μουδιάζει και απομακρύνεται το πλήθος.
Τα στάχυα λικνίζονται,μαλακά,
γυναικεία μεσογειακά σώματα σιγοσφυρίζουν στον αγέρα.
Τα προσπερνάμε,
σαν χάρτινα μισοφέγγαρα,
που ίσως έχουμε λησμονήσει.

θα θυμάμαι

Το πως απομακρύνομαι και συνθλίβομαι,
σε αιφνιδιάζει,
σαν τον ήλιο που συνέρχεται και σε καίει.
Στα φύλλα αποτυπωμένη η όψη σου,
σαν άδειος δρόμος οδηγεί σε ερείπια.
Άνθρωποι φεύγουν,
σμήνος πουλιών,κράζει.
Τείνω στο άπειρο.
Εγκατέλειψα τις αναπάντεχες σιωπές σου,
ουρλιάζω για να μην αντηχείς ως θάνατος.
Οι στεναγμοί σου στέκουν,
στο χώρο,στο χρόνο,αποκαμωμένοι.
Πρησμένος.
Στην κορφή σου φύτρωσαν γαλάζια φτερά.
Αταραξία τριγύρω και όμως τρέμεις.
Μονάχα σινιάλα κρύβω μέσα μου
και αγωνιώδη δειλινά.
Συλλαβίζω.
Κουρνιάζεις δίπλα μου.
Χρωστάς στον εαυτό σου,
έναν έρωτα σκληρό.
Έναν ακόμα αιώνα
για-κανέναν-και-για-τίποτε-να-στέκεσαι(*).
Ξέχνα το βήμα μου,
κουρασμένο αναζητά την ατελείωτη βροχή.
Βάλσαμο γλυκό ,
για σένα ο ύπνος και η έρημος.

Γεννήθηκες για να σε ανασάνω
 μέσα από την σκιά σου.
Μα δεν απέμεινε τίποτα ,
σαν αντίκρισες το υγρό μου κέλυφος.
Μας έλουζε η αυγή,
πλημμυρισμένη από την αλμύρα της λίμνης.
Με αναγνώρισες,
καθώς έδιωχνα τα ξεχασμένα ψίχουλα
από το φόρεμα μου.
Δεν μπόρεσα να ξεφύγω.
Είσαι εδώ.



είναι που σ' έμαθα να υπομένεις,
απάντησε.
σκυθρωπός,αποκαμωμένος γύρισε στο δωμάτιο του.


(*)Πάουλ Τσελάν ΄΄να στέκεσαι΄΄

10.5.12

με όρους

η ενέργεια ρέει και η ύλη ανακυκλώνεται
ταλαντεύεσαι ερεθισμένος,
σαν βροχή προσγειώνεσαι σε γυμνό έδαφος,
σχηματίζεις λιμνούλες,
γαλάζιες.


συμβίωσα με ανένταχτους έρωτες,
αγάπησα και επιβίωσα από αυτούς.

είσαι ευάλωτος,
σε έναν χρόνιο ενδογενή ρυθμό ενός παθητικού έρωτα.
δίχως τέλος και όρια ανοχής,
κρίνεσαι.

περιορίζομαι στο να τα βάζω με τις πέτρες,
να ανταγωνίζομαι το βάδισμα σου.

οι συνέπειες,καταστροφικές.ολέθριες,
και το αύριο κανένα είδος οργανισμού 
δεν θα σταθεί άξιο να το κρίνει.

σαν τα σαρκόφυτα σε συνθήκες έντονης ξηρασίας,
έχεις το στόμα ανοιχτό,
μονάχα κατά τη διάρκεια της νύχτας.

στο φως μαζεύεις τα άκρα σου,τα πλέκεις
και εισβάλλεις στο μέσα μου
χωρίς σκέψη σε απωθώ.


λειχήνες στο σώμα μου.

Αλληλοσυμπληρωνόμαστε
και
Αλληλοσυγκρουόμαστε


επιτύχαμε τον σκοπό μας λοιπόν ;

25.4.12

Σαν κάτι να χανόταν από πάνω της,να στριφογύριζε πέρα από κάθε όριο του νου,να διασκέλιζε στο ημίφως,σαν τέφρα σε άγονους τόπους,σαν γύρη αιωρούμενη,καθοδηγούμενη ίσως από τις κινήσεις του,να αναπηδούσε,να σερνόταν.
με διαταραχές να την αγκυλώνουν,όρνια να μάχονται εντός της.
Ημέρευε το είδωλο της,με καχεκτικές γάτες πάλευε,ξενύχιαζε δέρματα από ινδικά δώρα,δικά του,μονάχα δικά του.
Περίσσευαν μπαχαρικά,στόλιζε τις τούφες της,τις μπροστινές,χωρίς ίσκιο.
Θα παρέμενε πλάι στα δέντρα,στις συκιές,στα χαμηλά,με τους ρημαγμένους ανθούς τους από το  νέφος,το ανώτερο όλων,αυτό της επιστήμης.
Μοναχική,άυλη,μα ξεσηκωμένη από υπόγειους έρωτες,θα παρέμενε,θα φρόντιζε να υγραίνεται και ας μην έβγαζε από τα σπλάχνα τίποτα άλλο παρά μόνο γύρη.Δική του,μονάχα δική του.Ας του άνηκε αυτή και η γύρη,ας του άνηκαν και οι δυο.
Περαστικοί,θα έζωναν σαν μαυροπούλια,με δάχτυλα λόγχες,θα βουτούσαν στα υγρά της.
Κλάμα δεν θα αφουγκραζόταν κάτω από βροχές,και τα χιόνια σαν πυρωμένα άστρα θα γυρόφερναν την μορφή της.
Στην κοιλιά της,θα δέσποζε καταιγίδα χρωμάτων,μυριάδες μέλισσες,άηχες θα λύτρωναν το επίπεδο δέρμα της..
Νοτισμένη τώρα,με άφαντους εραστές και ξεχασμένους συγγενείς,κρεμόταν από τα κλαδιά και τίναζε τα πόδια της.
Έσφαλε.
Γελούσε αυτός,την τράβαγε από το χέρι,της έδειχνε τους λόφους.
Ίσως αν την κοίταζε ακόμα λίγο,να ξεγυμνωνόταν εμπρός του,να του έδειχνε τις φωλιές της ανάμεσα στα σκέλια της,μα αυτός είχε κιόλας γυρίσει το κεφάλι του προς τη δύση και ατένιζε τους κόκκους της γύρης του.
Χαμογελούσε τώρα,πιο ήπια,απομακρυσμένος από κάθε τι οικείο.
Λαμπύριζαν γύρω του οι νύμφες.

Παρέμεινε ένα θηλυκό,κούφιο απολίθωμα,μια πρώην γυναίκα,με μεγάλα μάτια,καστανές  βλεφαρίδες και μάλλινες μπλούζες,πορευόταν προς τον ανεκπλήρωτο έρωτα μιας νέας ολόδική της ύπαρξη,που η ίδια έπνιξε προ καιρού,υπνωτισμένη από ένα ξενικό όνειρο της νύχτας.