ανακατεύθυνση

ναυαγήσαμε στο σμήνος τρελών ανθρώπων

4.6.11

θύμα 1

Περασμένη Κυριακή
και είχε κουραστεί.
Βαστούσε μια σιδερένια προβλήτα.
Στη ράχη του
είχε φυτρώσει ένας κόκκινος φάρος.
Αναβόσβηνε
και έστελνε σήματα
στους περαστικούς,να τον αποφεύγουν.
Η βαθιά του φωνή
όλο και χανόταν.
Σε κάθε λάθος και η σιωπή τον έπνιγε.
Και τα λάθη του υπήρξαν πολλά.
Γίγαντες τα χρόνια ..
ώσπου μια απρόσμενη Δευτέρα,
παρέλυσε.
Τα άκρα του είχαν λησμονήσει και είχαν λησμονηθεί.
Πεσμένος σε μια καρέκλα
στην άκρη ενός κατά λάθος γκρεμισμένου καφενείου.
Σταύρωνε τα χέρια
και ρούφαγε το αλάτι από τα βαθουλωμένα μάγουλά του.
Αναμετριόταν με την κ.Μνήμη.
Αυτή χαχάνιζε όλο νάζι ,
κοροϊδεύοντας τον.
Αυτός αμίλητος,
σκάλιζε τα νύχια του με βελόνες.
....
΄΄Σε νίκησα΄΄ ,του είπε στο τέλος αυτή.
΄΄Δε θυμάσαι τίποτα,παρά μονάχα το είδωλο σου στο καθρέφτη,που και γι αυτό αμφιβάλλω.΄΄
''Κάνεις λάθος...Θυμάμαι όσα μου φτάνουν για να συνεχίσω να ζω....Αυτήν'',απάντησε.
...
Θυμόταν τα μαλλιά της,
τυλιγμένα σε πλεξούδα στους ώμους της.
Το φόρεμα που γύριζε ολόγυρα του..
Τότε που μετρούσε τις στροφές της,
μέχρι να πέσει ζαλισμένη στα μπράτσα του.
Τότε που πάσχιζε να γευτεί τις καμπύλες της.
Το σπίτι τους,
ακουμπισμένο στη πλαγιά.
Τις κορνίζες τους.
Το παλιό τους κρεβάτι με τα μπρούτζινα λουλούδια στα κάγκελα .
Τα μουρμουρητά.
Τα δάχτυλα της πάνω στο πιάνο.
Τα δάχτυλα της πάνω στο δέρμα του.
Τις βροχές.
Τις φωτιές.
Τις ρυτίδες απλωμένες στα παράθυρα
και ύστερα
την απότομη αλλαγή στο φως.
Το μούδιασμα των εποχών..
Το θάνατο.
Τον υπόκοσμο της μοναξιάς..
Το τούνελ...

...
τελείωσε.
και η κ.Μνήμη αποχώρησε,τραβώντας για το επόμενο θύμα της..

Αυτός έστεκε ακόμα εκεί.
Τα φρύδια του είχαν καλύψει τα μάτια του
και όλα τα έβλεπε γκρίζα...

Εκείνη τη μέρα δεν πήρε το λεωφορείο...
προτίμησε να περπατήσει..



3 σχόλια:

  1. σε ευχαριστώ πολύ :)
    καλή σου μέρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι τόσο όμορφο αυτό.. Με συγκίνησες βαθύτατα. Συνέχισε έτσι, γράφεις υπέροχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή