ανακατεύθυνση

ναυαγήσαμε στο σμήνος τρελών ανθρώπων

17.1.13

η επιστροφή




Κάποιοι έφυγαν .Κάποιοι έμειναν μονάχοι.
αντίκρυ τους είχαν ριζωμένο τον ήλιο.
να δύει, να ανατέλλει,
να σκορπά τον ίκτερο στα πρόσωπα τους.
ξύλινες ιδιοτροπίες 
χωμένες καλά 
σε μια άχρονη καθημερινότητα.
παρέμειναν αυτοί 
εκεί
υπερήφανοι.
παρέα με καπνό,άγχος,κουτιά γεμάτα καφεΐνη,αναστάτωση,απορία,χάος.
τις νύχτες άναβαν κεριά γιατί φεγγάρι δεν υπήρχε.
ρουφούσαν κονιάκ.
μια στάλα στον ουρανίσκο τους,γιατί κάτι έλειπε.
και η πρωινή δροσιά,
η ομίχλη της νοτισμένης νύχτας που ξεχάστηκε καθώς οι πρώτες ηλιαχτίδες ξεπρόβαλαν,
τους έβρισκε να αιωρούνται
σαν βομβίνοι,
να λεκιάζονται από την γύρη
των λουλουδιών στο βάζο.
ίσως άλλοτε να ρουφούσαν το νέκταρ
ίσως απλά να τα κοίταζαν,περιμένοντας.
Την επιστροφή.
Την συντροφιά.
τα χαμόγελα της ζεστασίας.
τον γυρισμό της απουσίας τους.
Τους άλλους περιμένοντας..

γιατί κανείς δεν έφυγε για να μην γυρίσει..


17.11.12

Δεκανίκια, ξύλινα

Έχω χάσει τις σκιές μου,σου λέω.
Τα βήματά μου πηγάζουν από δυνάμεις ξένων.
Στηρίζομαι σε αρρενωπούς ώμους
και διασχίζω διαβάσεις,
ενώ παρατηρώ το μουσάτο τους κρανίο
να τρίβεται, 
με χάρη έμπειρη, 
στο λαιμό μου.
Τους αφήνω στα πεζοδρόμια να στέκονται,
να μάχονται τους χαιρετισμούς μου.
Σκουπίζω το σώμα μου με τα ρούχα τους
και αλλάζω στενά,
στενά,στενά.
Αφοπλίζομαι με δίχτυα από σπάγκο
και διασχίζω εξέδρες θεάτρων.
Ψάχνω τους χαμένους μου ήρωες,
μέσα σε καμαρίνια ψωνισμένων,
νεκρόφιλων ηθοποιών.
Αναζητούν την δόση εκείνη 
που θα με θανατώσει,
για να στήσουν την κωμωδία τους,
να διασκεδάσουν το κοινό.
Με όρια και διαγράμματα φλερτάρω,
ύστερα μου ψιθυρίζουν με πάθος 
πως είμαι αθώα,μα τρελή.
Τέτοιο ρόλο μου πρόσφεραν
και εγώ τον μετάλλαξα.
Επέφερα αλλαγή στον γενετικό του κώδικα.
Σε επανέφερα και εσένα ,
αλλά πλέον
ως έναν δειλό και αδέξιο πρωταγωνιστή της
μοίρας μου.
Με ζάλισα,για μια τελευταία φορά αλήθεια,
με ουσίες με κύριο συστατικό το σάλιο σου.
Ντύθηκα,για μια τελευταία φορά αλήθεια,
με την επιδερμίδα της έκδυσής σου.
Άλλαξα στάδιο έπειτα.
Προνύμφη-νύμφη-ακμαίο.
Βρίσκομαι στο τελευταίο.
Κατέστρεψα τα δεκανίκια.
Με εξέλιξα.

και συνεχίζω,
μέχρι εσύ με το μικρό σου δαχτυλάκι και ένα σακίδιο στραβά δεμένο
να σταματήσεις τη γελοία αυτή παράσταση μου.
και αυτή τη φορά 
τίποτα δεν θα είναι αλήθεια.

28.10.12

τζιν

στον Ν

Τι μπορεί να μας συμβεί ;

Ένας παράνομος έρωτας ξέσπασε.
αναδύθηκε στην αγκαλιά  μου,
ξαπόστασε.
Μας έκλεψε ανάσες.
Μας χαμογέλασε πικρά
και εξαφανίστηκε,γοργά.
Ύλη δεν άφησε πίσω του,
μήτε σημάδια,
μονάχα ένα φουλάρι βυσσινί
και ένα χαμένο ασημένιο σκουλαρίκι,
κάπου χάμω στη γη.


Με ένα προσωπάκι γλυκό,ολοκάθαρο,
ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου.
Πήρε τη θέση του πάνω στο κορμί μου.
Ενωθήκαμε στον ύπνο μας.
Τα άκρα μας μπλέχτηκαν,
οι βαριές ανάσες μας γέννησαν ρυθμό.
Έκανε θορύβους με τα χείλη του,
καθώς εγώ του χάιδευα,τα μάυρα του,
τα ανάκατα,
μαλλιά.
Μικρά ματάκια,
τοσοδούλικα,
είχε
και εγώ χείλια μουδιασμένα και απαλά.
Την αυγή με πέτυχε,
να σχεδιάζω λιμνούλες στα στήθη του.
Με φίλησε με ένα νεύμα του,
με έσπειρε βαθιά 
μέσα στις ρίζες του
και φύτρωσα και μέλωσα.
Αποκοιμήθηκα ,
αν και έξω ένας ήλιος,
θρασύς,
θέριζε τα παραθυρόφυλλα..
αν και αυτός με απορία κοίταζε 
τις αποχρώσεις στα κλειστά βλέφαρά μου.

γι αυτό το πρωινό που άλλο δεν θα υπάρξει,
θα γράφω για ΄σενα ,
με ένα κομμάτι πορτοκάλι στα χέρια..



13.10.12

έ(ρωτάς) ;

-Ατενίζω το σκοτάδι.
-Να σε πάω στο λιμάνι μου ;
-Γνωρίζω πως να χάνομαι και δίχως την αλμύρα σου.
-Να λιώσω για ΄σενα ;
-Έλα και πιάσε με από το λαιμό. Πνίξε με.
-Να σε χαϊδέψω θέλω.
Τη φωνή σου,
την τραχεία.
την μουλιασμένη από τα δάκρυα των ημερών. 
Με απαλές,μεθοδικές κινήσεις να σπαταλήσω τις ώρες μου,
αγγίζοντας τις υγρές χορδές σου.
Να πάλλονται αυτές,να σχηματίζουν οντότητες.
Ουρανούς να σχηματίζουν.
-Ουρανούς δεν έχω.Μονάχα θάλασσες και ηλιοκαμένες προβλήτες.
-Κατοίκησε με στο δάσος σου.Κάλυψε με, με το σώμα σου.
-Δεν έχω δάση.Τα χάρισα όλα.Τα πέταξα.
-Και από αναπνοές πως είσαι ;
-Μήτε από αυτές έχω.
Οι αναπνοές μου αδυνατούσαν να ταξιδέψουν
,ζήλευαν τη θάλασσα μου.
Τις αποχωρίστηκα λοιπόν.

Πλέον.Δεν μου ανήκει κανείς.



τρεις νύχτες

Ανοίγω τα χαρτιά μου.
Το αποφάσισα.
Γυρίζω πίσω.

Σαν σκουλήκι που το ξέρασε ο αλλοπρόσαλλος καιρός του Οκτώβρη,
σέρνομαι στους τοίχους,
πίσω από τα καρτ ποστάλ που μου χάριζες.
Αντιστρέφω τους ρόλους μας
Ο χρόνος σαν να κατρακύλησε στους δρόμους που χάραξε ο εγωισμός μας.
Δεν έχει σημασία πια.

( ''Πόσο άγρια με φίλησες!'',θα σου έλεγε ύστερα αυτή.
και εσύ αναψοκοκκινισμένος,φλύαρος,υπερήφανος για το κατόρθωμα σου,
θα ανέβαινες τις ανηφόρες-μας- χοροπηδώντας.
και θα έσταζε ένα φεγγάρι εκεί ψηλά,θηρίο παλαβό.)

Τελευταία ξυπνώ,με ένα συναίσθημα στραβό.
Εξαντλημένη σέρνομαι ως τον καθρέφτη και τσιμπώ τα μάγουλά μου.
Το πρόσωπό μου διαρκώς μεταλλάσσεται.
Είναι ώρες που νομίζω πως συνειδητά αλλάζω δέρμα.
Συνάμα και εκφράσεις και νεύματα.
Η Παρανοϊκή,εγώ.
Μου λένε πως στον ύπνο μου φωνάζω το όνομά σου.
Δεν τους πιστεύω.
Δεν γνωρίζω κανέναν με αυτό το όνομα.
Απογυμνωμένη είμαι από κάθε είδους όνειρο ή εφιάλτη,
ούτε σημάδι από την παρουσία σου τριγύρω.
Μονάχα δροσούλες ξαποσταίνουν στο μαξιλάρι μου
και χαμόγελα γκρεμισμένα,λησμονημένα.

Ξέρεις διαβήκαμε σύνορα.
Μου κρατούσες το χέρι σφιχτά λες και γνώριζες τι ήσουν ικανός να μου κάνεις.
Συρματοπλέγματα στάθηκαν εμπόδια στη φυγή μας.
Νότιες χώρες και τετράγωνα με θέα την πόλη.
Δικαιολογίες πολλές,
αμέτρητες.
Μα επιτέλους γύρισα στην πατρίδα μου και
ξέρεις
είμαι έτοιμη να σου επιστρέψω
 όλα τα ταξίδια που μου έταξες.
Δεν με φοβίζουν πια.







12.10.12

στόχος

άμα θελήσεις στόχευσε με



Και αν ποτέ σε ρωτήσουν
τι έκανα τις νύχτες ,
όταν το σώμα μου
μαζευόταν στην άκρη του κρεβατιού,
να τους πεις 
πως μετρούσα την ευτυχία μου,

με τα δάχτυλα.


30.9.12

Ferreira

Σκαθάρια και χήνες στα πόδια σου.
Μουλιασμένη η μορφή σου.

-Γλυκέ μου,μην κλείνεις πίσω σου την πόρτα. μου φώναζες.
-Καλά.Θα σου κλείνω το μάτι,το δεξί,πονηρά. ξεστόμιζα.

Συμβιβάστηκα στο τέλος.Φορούσα το παλτό μου,γέμιζα τις τσέπες μου πασατέμπος,
και ξαπόσταινα στο θερισμένο σταροχώραφο.
Κρύο δεν έκανε.Ίσως μονάχα εντός μου,ξυπόλητοι βηματισμοί,στα παγωμένα μάρμαρα με ανατρίχιαζαν.
Και εσύ δεν είχες πάψει να με ρωτάς αν κρυώνω.
Κάθε μέρα έπλεκες.
Love of my life..
Με είχε τυλίξει με τα μάλλινα δημιουργήματά σου.
Εξωτερικά ίδρωνα.
Έσταζε φαρμακερός ο ιδρώτας.
Σου άρεσε τότε εσένα,στάλα,στάλα να τον μαζεύεις,να τον ρουφάς.
Ξηροδερμία ύστερα και ένα κάρο λεφτά σε επώνυμες ενυδατικές.

Η απώλεια.
Γιατί πρέπει να μας βαραίνει τόσο ο βοριάς ;
Ερωτήματα καθοριστικά.
Φώλιαζες εσύ,όλο και πιο βαθιά.
Άνοιγες μπουκάλια πόρτο,Ferreira έλεγες.
Θέλω Ferreira.
Δεν έμαθα ποτέ ,γιατί και πως,τέτοιο κόλλημα με το συγκεκριμένο.

Every breath you take..
Εξήντα φορές το άκουσες εκείνο το βράδυ.
Και φιλοξενούσε ο ουρανός ένα φεγγάρι,πύρινο μάγμα.
-Πως συμβιώνει ο άνθρωπος με τον εγκέφαλο του; έλεγες συνέχεια.
Φλέρταρες με την λέξη διαστρέβλωση,
 και αποκοιμήθηκες,
στην νοτισμένη αγκαλιά μου,
 όντας έτοιμος να μουσκέψω το σύμπαν σου.
Άγρια νύχτα.
Άρπαζα τις φωνούλες σου.
Δυνάμεις δίχως συνισταμένη.
Κούραση και λαχτάρα.
Πεινασμένες και οι δυο.
Έγερναν βαριά τα βλέφαρα
και λαχτάρα να σε χορτάσω,με έλουζε.
Ανυπομονησία,να ενώσω τον πόθο μου,
 με το ξαπλωμένο,μοναδικά δοσμένο στον ύπνο,κορμάκι σου.

Με ξύπνησες το πρωί.
Οι ήχοι σου από την κουζίνα.
Άλλαξα πλευρό,χώνοντας τη μύτη μου,
στο μέρος σου,
στη πλευρά του σεντονιού με αποτυπωμένη,
εγκατεστημένη τη μορφή σου.
Πήρα μια γεύση από τα λησμονημένα όνειρα σου.
Με αναστάτωσες.

-Όλον τον κόσμο ή εμένα ;
στεκόσουν στο άνοιγμα της πόρτας.
Μια φέτα από το ζυμωτό προζυμένιο σου ψωμί, 
αλειμμένο με μαρμελάδα βατόμουρο ''χαιρόταν'' την παλάμη σου.
-Χαιρετώ τον υπναρά.Έφτιαξα καφέ για δυο.
Δεν περίμενες απάντηση, μήτε για την ερώτηση μήτε για την κατάφαση,
και αυτό ήταν πιο ανησυχητικό
 ακόμα και από το γεγονός
 οτι δεν έτρωγες για πρωινό
την βρώμη σου και τα συνηθισμένα σου,όπως τα έλεγες.

Τύλιξα στο λαιμό μου,
το πρώτο κασκόλ που βρέθηκε στο δρόμο μου 
και άναψα τσιγάρο,στα όρθια.
-Δεν σου πάει.
-Πρόσεχε..δεν σε συμφέρει,μικρή!
Σου άρεσε να σε φωνάζω μικρή.
Τώρα ξέρω γιατί.
Μου έβαλες καφέ,
στην κούπα σου την αγαπημένη
 και έριξες μέσα μια γεμάτη,γεμάτη κουταλιά ζάχαρη.
Έκπληκτος σε κάρφωσα με τις κόρες μου.
Σκέτο.
Εδώ και χρόνια τον πίνω σκέτο.
Από τότε που σε γνώρισα τον πίνω σκέτο,γλυκιά μου.

Ένας κόμπος στο λαιμό μου.
Με έπνιγε το παράθυρο.
Ο αγέρας κουλουριασμένος στα μαλλιά σου,τι γύρευε εκεί;
Μου άνηκες, μέχρι ώσπου...
Με έπνιγε η βροχή,
στην πόρτα μας,
στο σπίτι μας.
Τα μισάνοιχτα χείλη σου,
έτοιμα να ξεστομίσουν αλήθειες.
Με έπνιγε σταλιά,σταλιά η γύμνια σου,
εκεί ακουμπισμένη στην καρέκλα
και τα τσίγκινα κουτιά που σκίαζαν τα χέρια σου.
Με έπνιγε ,σου λέω,
η κουρτίνα που διαλέξαμε μαζί.
Και η δροσιά της αυγής.

-Μην λιώνεις πλάι στη γη,αγάπη μου..
Με έπνιξες,σαν ψιθύρισες.
Γιατί δεν ουρλιάζεις; Δεν φυσάς τις λέξεις;
Μου απαγόρευσες τις κινήσεις.
Εμφάνισες τους μώλωπες σου,σαν να καυχιόσουν για δαύτους.
Η βαρύτητα.
Το σώμα μου σαν να ακροβατούσε.
Να σε απαλλάξω ήθελα, 
και συμπυκνώθηκα.
Μιλιά δεν μου πήρες.

Εκείνος ο καφές...
καλύτερο δεν ήπια.
Ήξερες εσύ.
μικρή,
τόσο μικρή..